Περιεχόμενα


A. αστικά δικαιώματα του παιδιού – τι προβλέπει το οικογενειακό δίκαιο για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού.


ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ



1) ΤΑ ΜΗΤΡΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Τα μητρικά θεμελιώδη δικαιώματα είναι τα εξής:

1) Το δικαίωμα για σεβασμό της ανθρώπινης αξίας( αρ. 2 Σ/τος)

2) Το δικαίωμα για ισότητα του νόμου( αρ. 4 Σ/τος)

3) Το δικαίωμα στην ελευθερία ( αρ. 5 παρ. 3 Σ/τος)

Ειδικότερα:

1)Άνθρωπος και ανθρώπινη αξία συνιστούν μια πραγματική δικαιϊκή ταυτότητα. Η ανθρώπινη αξία ταυτιζόμενη με τον άνθρωπο δεν είναι αξία- ιδέα αλλά αξία-πραγματικότητα.Η ανθρώπινη αξία εδραιώνεται στην ελευθερία και την ισότητα. Η αξία του ανθρώπου προστατεύεται από το Σύνταγμά μας για όλους τους ανθρώπους, συνεπώς και για τα παιδιά. Το παιδί μέσα στα πλαίσια της οικογένειας που μεγαλώνει αλλά και μέσα στην κοινωνία πρέπει να προστατεύεται και να είναι σεβαστή η αξία του από το κράτος και από κάθε άνθρωπο ειδικότερα. Το Σύνταγμα στο αρ. 2 καθιερώνει μια αντικειμενική συνταγματική αρχή από την
οποία απορρέουν ατομικά δικαιώματα. Η διάταξη αυτή καθιερώνει αυτοτελές δικαίωμα και μάλιστα ανώτατο μητρικό δικαίωμα του οποίου φορείς είναι και τα παιδία, που μπορούν να το ασκούν όπως κάθε ανθρωπος.


2) Στο άρθρο 4 του Συντάγματος καθιερώνεται η αρχή της ισότητας, η οποία διακρίνεται σε νομική και πραγματική. Η νομικήν ισότητα διακρίνεται σε τυπική (ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου) και σε ουσιαστική (ισότητα του νόμου ενώπιον των πολιτών). Στο κείμενο κατοχυρώνεται η νομική ισότητα, δηλαδή όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο. Ωστόσο πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι ισότητα δε σημαίνει την ίδια μεταχείριση όλων των περιπτώσεων. Ισότητα υπάρχει μόνο στην ομοιότητα. Αυτό σημαίνει ότι όταν ο κοινός νομοθέτης θέτει περιορισμούς ανάλογα με την ηλικία του φορέα του δικαιώματος, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Η ισότητα εμφανίζεται σε δύο μορφές, αφενός τη θετική (αρχή ίσης μεταχείρισης), αφετέρου την αρνητική (απαγόρευση διακρίσεων). Μέσα στην οικογένεια η ισότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς ρυθμίζει τις σχέσεις γονέων και τέκνων, εκφραζόμενη ως αρχή της ίσης μεταχείρισης των παιδιών ανεξαρτήτως φύλου και πεποιθήσεων. Παρατηρείται δηλαδή η έκφραση της αρχής της ισότητας μέσα στο πρώτο περιβάλλον που διαμορφώνει την προσωπικότητά του ένα παιδί.

3) Η προσωπική ελευθερία του ανθρώπου είναι υλική, πνευματική και κοινωνική. Και στις τρεις εκφάνσεις της μπορούμε να αναγνωρίσουμε το σεβασμό που πρέπει να έχουν τα παιδιά από τους υπόλοιπους ανθρώπους του κοινωνικού συνόλου, από την οικογένειά τους και από το κράτος, καθώς και την προστασίατ ης ελευθερίας τους από το κράτος. Τα παιδιά πρέπει να είναι ελεύθερα, να μην είναι υπόδουλοι σε κανέναν. Να κινούνται ελεύθερα αλλά πάντα με την επίβλεψη όσων ασκούν την επιμέλειά τους. Πρέπει επίσης να αναπτύσσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να μη γίνονται σε καμία περίπτωση
δέκτες καταπίεσης μέσα στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας αποτελεί αντικειμενική αρχή και θεμελιώδες μητρικό δικαίωμα και κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι « Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους…..», τονίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο ότι η «εν γένει προσωπική ελευθερία»είναι ένα πανανθρώπινο δικαίωμα με διάκριση ανάμεσα στους ημεδαπούς και αλλοδαπούς μόνο στην ελευθερία κινήσεως και εγκαταστάσεως.

2) ΛΟΙΠΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Άρθρο 7 παρ. 2 του Συντάγματος

« Τα βασανιστήρια ,οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται, όπως νόμος ορίζει.»
Το άρθρο αυτό αναμφισβήτητα αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα και ενός παιδιού, το οποίο δεν πρέπει να υφίσταται κανέναν σωματικό ή ψυχικό πόνο, που να αποσκοπεί στην υποταγή της θέλησής του η στον ξευτελισμό του.

Άρθρο 9 παρ. 1 εδ.β του Συντάγματος

« Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη.»

Στη διάταξη αυτή προστατεύονται όλες οι εκφάνσεις της ιδιωτικής ζωής εκτός από το άσυλο της κατοικίας, την ελευθερία της επικοινωνίας και την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Η ιδιωτική ζωή νοείται ως ένας πυρήνας στον οποίο το κάθε άτομο κυριαρχεί και έχει την αξίωση να μην επιδέχεται καμία επέμβαση. Η οικογενειακή ζωή, που προστατεύεται στη διάταξη αφορά κατά κύριο λόγο τα παιδιά, τα οποία εξελίσσουν και αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους μέσα στην οικογένεια. Η εν λόγω προστασία εκτείνεται σε όλα τα παιδιά ανεξαιρέτως, ανεξάρτητα από το εάν είναι παιδιά γεννημένα εντός ή εκτός γάμου, παιδιά υιοθετημένα ή αποκτηθέντα με φυσικό τρόπο.

Άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος

«Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο»

Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο Δαγτόγλου κατοικία είναι ο κάθε χώρος που ο άνθρωπος ορίζει ως τον μη γενικά προσιτό χώρο διαβίωσης και εργασίας του.Η προστασία του ασύλου κατοικίας συνίσταται στην απαγόρευση των κρατικών οργάνων να εισέλθουν ή να παραμείνουν εντός της κατοικίας του ατόμου, όταν αυτό δεν το γνωρίζει ή δεν το θέλει. Φορέας του δικαιώματος αυτού είναι κάθε άνθρωπος που διαμένει στην κατοικία και κατά συνέπεια φορείς είναι και τα παιδιά.

Άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος

« Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα.»

Στη διάταξη αυτή οι Έλληνες απολαμβάνουν το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, δηλαδή της συμμετοχής σε δημόσια συνάθροιση, όπου οι παρευρισκόμενοι επιδιώκουν κοινό σκοπό. Στο μέτρο που ορίζει ο νομοθέτης τα παιδιά ως φορείς αυτού του δικαιώματος, το οποίο δεν απαιτεί δικαιοπρακτική ικανότητα, δεν το απολαμβάνουν και το θέμα αυτό έχει απασχολήσει το διεθνή νομικό κόσμο και συγκεκριμένα έχει λάβει θέση η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (όπως θα παρατεθεί παρακάτω).

Άρθρο 12 παρ. 1 του Συντάγματος

« Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δε μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια.»

Ως προς το συγκεκριμένο δικαίωμα έχουν τεθεί από τον νομοθέτη κριτήρια και περιορισμοί για τη συμμετοχή των ανηλίκων σε ενώσεις ή σωματεία. Αξίζει να αναφερθούν ως χαρακτηριστικά παραδείγματα το κριτήριο της δικαιοπρακτικής ικανότητας ή της συναίνεσης των γονέων και ο περιορισμός ως προς τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα της ένωσης ή του σωματείου.

Άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος

« Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός.»

Τόσο στο άρθρο του Συντάγματος όσο και στο άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κατοχυρώνεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Θρησκεία είναι το σύνολο των δοξασιών που αναφέρονται στην υπόσταση του θείου. Η θρησκευτική ελευθερία και η θρησκευτική ισότητα αποτελούν τα θεμελιώδη του θρησκευτικού χώρου και η προστασία τους συνίσταται στο να θεωρείται απαραβίαστη τόσο η θρησκευτική συνείδηση όσο και η ελευθερία της λατρείας. Ειδικό θέμα σημαντικής σπουδαιότητας και ιδιαίτερου προβληματισμού αποτελεί η θρησκευτική εκπαίδευση ανηλίκων. Το δικαίωμα επιλογής θρησκείας και θρησκευτικής εκπαιδεύσεως των ανηλίκων ανήκει στους γονείς τους. Το δικαίωμα αυτό που είναι συγχρόνως και υποχρέωση αποτελεί σπουδαίο μέρος της γονικής μέριμνας. Η θρησκευτική εκπαίδευση ανηλίκων περιλαμβάνει όχι μόνο την τυπική διδασκαλία αλλά και την εν γένει μόρφωση του παιδιού. Ωστόσο τίθεται θέμα σύγκρουσης μεταξύ αυτού του δικαιώματος των γονέων και της κρατικής υποχρέωσης για παροχή «παιδείας» με ειδικότερη έκφανση την ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης. Για την αποφυγή της σύγκρουσης
απαιτείται αφενός να εκπληρώνεται η κρατική υποχρέωση ως προς τη θρησκευτική διδασκαλία αφετέρου να παρέχεται στους γονείς το δικαίωμα να αποσύρουν τα παιδιά τους από τη θρησκευτική εκπαίδευση καθώς επίσης και από τον σχολικό εκκλησιασμό και τη σχολική προσευχή. Φορέας του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας είναι κάθε άνθρωπος. Μάλιστα απαγορεύονται οι διακρίσεις βάσει της θρησκευτικής συνείδησης του καθενός και αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι γονείς να μη δικαιούνται να προβαίνουν σε διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά τους λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων αφού αυτό το θέμα δεν εμπίπτει στο πεδίο σχέσεων γονέων – τέκνων. Το δικαίωμα του παιδιού ασκείται από τους γονείς και όπου ο νόμος ορίζει αντί για τους γονείς αποφασίζει τοδικαστήριο ή ειδικός επίτροπος. (ΑΚ 1512, 1517)
Τέλος για την προστασία τόσο του υπέρτερου δημοσίουν συμφέροντος όσο και των δικαιωμάτων όλων των παιδιών συνίσταται η θρησκευτική ουδετερότητα των σχολείων και ειδικότερα η μη προβολή θρησκευτικών συμβόλων και ιδεών, ώστε να διασφαλίζεται η θρησκευτική ειρήνη.

Άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος

« Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους.»

Η ελευθερία έκφρασης περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και πληροφορίας. Όπως κάθε άνθρωπος, έτσι και το κάθε παιδί δικαιούται να εκφράζει την προσωπική του άποψη και να μεταδίδει- λαμβάνει πληροφορίες. Ωστόσο επιτρέπεται η θέσπιση περιορισμών στην ελευθερία έκφρασης των παιδιών μόνο όμως μετά από νομοθετική πρόβλεψη.

Άρθρο 16 παρ. 2 και 4 εδ. α του Συντάγματος

« Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.»
« Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλεςτις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια.»

Βασικό δικαίωμα των παιδιών είναι το δικαίωμα στην παιδεία, η οποία αποτελεί την καλλιέργεια του ανθρωπίνου πνεύματος. Η παιδεία αφορά την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και κατά συνέπεια αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενάσκηση δικαιωμάτων του πνευματικού χώρου.
Χαρακτηριστικό του ισχύοντος Συντάγματος είναι η κατοχύρωση του δικαιώματος της δωρεάν παιδείας από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, το οποίο βέβαια επιβάλλεται από την καθιέρωση του κοινωνικού κράτους δικαίου που απονέμει στο εν λόγω δικαίωμα εξασφαλιστικό- διεκδικητικό χαρακτήρα. Βέβαια όπως κάθε δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, έχει και η παιδεία προστατευτικό και αμυντικό περιεχόμενο και συνεπώς τριτενεργεί, δεχόμενη απειλές τόσο κρατικές όσο και ιδιωτικές. Το δικαίωμα στην παιδεία αποτελεί «δικαίωμα του πολίτη και καθήκον του Κράτους15»Στο άρθρο 16 καθιερώνεται η ελευθερία του ατόμου να αποφασίζει ελεύθερα αν, πώς και πού θα εκπαιδευτεί.
Η ελευθερία της παιδείας έχει τρεις ειδικότερες εκφάνσεις:
α) την ελευθερία προσβάσεως στην παιδεία. Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να λάβει μόρφωση οποιουδήποτε βαθμού και πιθανή απαγόρευση κρίνεται ως αντισυνταγματική. Η ακώλυτη απόλαυση της ελευθερίας στην παιδεία είναι ασυμβίβαστη με την καθιέρωση υψηλών διδάκτρων, τα οποία θα καθιστούσαν δυσχερή την απρόσκοπτη πρόσβαση από τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις. Ωστόσο η εξάρτηση της εισαγωγής στα εκπαιδευτήρια που παρέχουν τη μη υποχρεωτική εκπαίδευση από εισαγωγικές εξετάσεις δε θεωρείται ασυμβίβαστη με την ακώλυτη απόλαυση της ελευθερίας στην παιδεία.
β) την ελευθερία αποχής από την παιδεία. Καθένας είναι ελεύθερος να απέχει από την εκπαίδευση, πλην όμως έχει την υποχρέωση να παρακολουθήσει τη βασική εκπαίδευση, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εννιά χρόνια (άρθρο 16 παρ. 3). Στην Ελλάδα το θέμα ρυθμίζει ο ν. 1566/1985 , που ορίζει ότι η βασική εκπαίδευση είναι εννιά χρόνια (βέβαια μπορεί να αυξηθεί αλλά όχι και να μειωθεί) και προβλέπει την ποινική τιμωρία όσων έχουν την επιμέλεια ανηλίκου και δεν φροντίζουν για την εγγραφή του στη βασική εκπαίδευση και την εποπτεία της φοίτησής του βάσει του άρθρου 458 ΠΚ.
γ) την ελευθερία επιλογής θρησκευτικής και φιλοσοφικής κατεύθυνσης της παιδείας και εκπαιδευτηρίου. Η ελευθερία αυτή απορρέει από την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και από τη θρησκευτική ελευθερία, ενώ ταυτόχρονα περιλαμβάνει και την επιλογή του είδους, του μέρους και του εκπαιδευτηρίου.

Άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος

« Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει.»

Πρόκειται για διάταξη που κατοχυρώνει το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της προσφυγήςκάθε ατόμου στη δικαιοσύνη, ώστε να προστατεύσει τα ατομικά και κοινωνικά του δικαιώματα.

Άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος

« Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και της προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους.»

Στην διάταξη αυτή τίθεται ένας αξιολογικός κανόνας, ότι δηλαδή ο γάμος και η οικογένεια αποτελούν τον πυρήνα κάθε ανθρώπινης κοινωνίας και συνεισφέρουν στην προαγωγή του Έθνους. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μητρότητα και την παιδική ηλικία, ως βασικοί θεσμοί μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας. Το ότι οι άνω θεσμοί τελούν υπό την προστασία του Κράτους συνεπάγεται ότι κατά τη θέσπιση νομοθετικών μέτρων είναι δυνατόν να εισάγονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις υπέρ αυτών που αποτελούν την οικογένεια, χωρίς όμως να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας.
Η οικογένεια νοείται ως την πυρηνική οικογένεια, την οποία απαρτίζουν οι γονείς με τα άγαμα ανήλικα ή ενήλικα τέκνα τους. Η παιδική ηλικία προστατεύεται από το Σύνταγμα χωρίς διακρίσεις.
Σε περιπτώσεις που σε μια κατάσταση όπως η παιδική ηλικία, είναι σύμφυτη με αδυναμίες και αυξημένες ανάγκες, η υποχρέωση του Κράτους να απέχει από τη σφαίρα του δικαιώματος ατονεί και υπερισχύει η υποχρέωσή του να λαμβάνει θετικά μέτρα προς ενίσχυση, αναβάθμιση και προστασία του δικαιώματος έναντι σε κάθε προσβολή του.
Φορείς του δικαιώματος όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 παρ. 1 είναι όλα τα παιδιά κάτω των 18 ετών, που υπόκεινται στην κρατική προστασία. Οι δύο βασικοί άξονες προστασίας είναι η υγεία και η εκπαίδευση. Σήμερα έχουν γίνει βήματα προς τη διαμόρφωση ενός ευρύτερου πλαισίου προστασίας των παιδιών και ειδικότερα των αρρώστων παιδιών ή αυτών που έχουν υπάρξει θύματα κακομεταχείρισης.

Άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος

«Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.»

Το δικαίωμα αυτό απευθύνεται σε όλα τα φυσικά πρόσωπα, αλλά ταυτόχρονα ο νόμος ορίζει ένα κατώτατο όριο ηλικίας, κάτω από το οποίο τα άτομα δε δικαιούνται να εργαστούν για το συμφέρον των ίδιων ή τρίτων. Ειδικότερα απαγορεύεται σε ανηλίκους κάτω των 15 ετών να εργάζονται.

Άρθρο 96 παρ.3 του Συντάγματος

« Ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με δικαστήρια ανηλίκων, στα οποία επιτρέπεται να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 2 και 97. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών μπορεί να μην απαγγέλλονται δημόσια.»

Τα δικαστήρια ανηλίκων ιδρύθηκαν με τον α.ν. 2135/1939. Οι διατάξεις που μπορεί να μην εφαρμόζονται στα εν λόγω δικαστήρια αφορούν αφενός στη δημοσιότητα των συνεδριάσεων αφετέρου στα περί εκδικάσεως των κακουργημάτων, των πολιτικών εγκλημάτων και των εγκλημάτων





ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Α) ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ

Ένα από τα βασικά δικαιώματα του παιδιού είναι το δικαίωμα στη γονική μέριμνα των γονέων26. Η γονική μέριμνα αφορά τόσο σε παιδιά γεννημένα με γάμο των γονέων τους όσο και σε παιδιά γεννημένα εκτός γάμου των γονέων τους και εξασφαλίζει την προστασία των προσωπικών και περιουσιακών συμφερόντων του παιδιού.
Βασικά δικαιώματα του παιδιού που πηγάζουν από την υποχρέωση του κράτους για άσκηση της γονικής μέριμνας είναι
1)Η επιμέλεια: Στο άρθρο 1518 του ΑΚ αναφέρονται ενδεικτικά τα θέματα που εντάσσονται στην επιμέλεια
2) Η ανατροφή: αναφέρεται στη γενική διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού
3) Η μόρφωση: αναφέρεται στη γενική παιδεία και καλλιέργεια του πνεύματος του παιδιού
4) Η εκπαίδευση: αναφέρεται στην εξασφάλιση ανάλογα με τις κλίσεις και τις δυνατότητες του παιδιού, των αναγκαίων σπουδών του.

Δικαίωμα στο όνομα και στο επώνυμο

Η επιλογή του κύριου ονόματος του παιδιού γίνεται από τους γονείς με δήλωση στο ληξίαρχο ταυτόχρονα με τη δήλωση για τη γέννηση του παιδιού. Όσον αφορά στο δικαίωμα για το επώνυμο υπάρχει ξεχωριστή ρύθμιση για τα παιδιά γεννημένα μέσα σε γάμο και γι’ αυτά που γεννήθηκαν εκτός γάμου. Σύμφωνα με το άρθρο 1505 ΑΚ το επώνυμο των τέκνων προσδιορίζεται με κοινή και αμετάκλητη δήλωση των γονέων και θα πρέπει υποχρεωτικά να είναι κοινό για όλα τα τέκνα, ενώ στο άρθρο 1506 ΑΚ το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του και δεν έχει αναγνωριστεί η πατρότητά του, αποκτά το επώνυμο της μητέρας του. Με τη υιοθεσία το τέκνο αποκτά το επώνυμο των θετών γονέων του.(ΑΚ 1563)

Δικαίωμα του παιδιού στην έκφραση της γνώμης του

Το άρθρο 1511 παρ. 3 ΑΚ αντιμετωπίζει το τέκνο ως αυτόνομη προσωπικότητα και επιβάλλει στους γονείς την υποχρέωση να συνεκτιμούν τη γνώμη των τέκνων τους, εφόσον βέβαια το παιδί έχει την απαιτούμενη ωριμότητα.

Δικαίωμα του παιδιού στα προσωπικά του αποκτήματα

Εάν ο ανήλικος εργάζεται, ό,τι αποκτά από την επαγγελματική του δραστηριότητα, αποτελεί ατομική περιουσία και την διαχειρίζεται ελεύθερα χωρίς ανάμειξη των γονέων του. Επίσης στο άρθρο 1521 ΑΚ ορίζεται ότι η διοίκηση των γονέων δεν εκτείνεται στα περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται στον ανήλικο από δωρεά ή διαθήκη με τον όρο αποκλεισμού από τη διοίκηση του ενός ή και των δύο γονέων του και της διαχείρισης αυτών από τον ίδιο τον ανήλικο.

Δικαίωμα επικοινωνίας του παιδιού με τους γονείς του

Αποτελεί ένα βασικό δικαίωμα των παιδιών των οποίων οι γονείς βρίσκονται σε διάσταση ή είναι διαζευγμένοι ή ο γάμος τους είναι ελαττωματικός, ώστε να υφίσταται λόγος ακυρώσεώς του. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα να επικοινωνούν με τον γονέα που δε διαμένουν, ακόμα κι αν αυτός δεν ασκεί τη γονική μέριμνα, μετά από απόφαση του δικαστηρίου. Ωστόσο με τη μεσολάβηση ακραίων καταστάσεων και για την προστασία της υγείας και της ψυχοπνευματικής ακεραιότητας του παιδιού, προβλέπεται ο αποκλεισμός επικοινωνίας με απόφαση του δικαστηρίου.

Β) ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ

Στην ελληνική νομοθεσία προβλέψεις για την προστασία ανήλικων εργαζομένων συναντώνται ήδη στο ν. ΔΚΘ/1912. Βέβαια το σύγχρονο νομικό πλαίσιο στηρίζεται κυρίως στο Ν. 1837/1987 που αφορά την προστασία ανηλίκων κατά την απασχόληση. Βάσει αυτού του νόμου ανήλικοι θεωρούνται όσοι δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος, ενώ σε ανήλικους που δεν έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος απαγορεύεται η απασχόληση σε οποιαδήποτε εργασία.(άρθρο 2 παρ.1) Ωστόσο στο άρθρο 3 επιτρέπεται η απασχόληση ανηλίκων και κάτω των 15 ετών σε θεατρικές παραστάσεις, μουσικές εκτελέσεις, επιδείξεις μόδας κλπ
μετά από άδεια της Επιθεωρήσεως Εργασίας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρεις μήνες εφόσον δε βλάπτεται η σωματική και ψυχική υγεία τους και η ηθική τους.
Δεν επιτρέπεται η απασχόληση ανηλίκων σε εργασίες επικίνδυνες, βαριές ή ανθυγιεινές ή σε εργασίες που εμποδίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Αυτές οι εργασίες προσδιορίζονται με την 130627/1990 απόφαση του Υπουργού Εργασίας.
Στο άρθρο 5 του Ν. 1837/1987 καθορίζονται τα χρονικά όρια της εργασίας των ανηλίκων. Ειδικότερα όσοι δεν έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος ή φοιτούν σε γυμνάσιο, λύκειο ή επαγγελματική σχολή δεν πρέπει να απασχολούνται περισσότερο από 6 ώρες την ημέρα και 30 την εβδομάδα. Οι ανήλικοι αμείβονται τουλάχιστον με βάση το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη ανάλογα u956 με τις ώρες απασχολήσεώς τους.(άρθρο 6) Η κανονική άδειά τους χορηγείται κατά την περίοδο των θερινών σχολικών διακοπών και όταν είναι μαθητής ή σπουδαστής αναγνωρισμένης σχολής δικαιούται για τη συμμετοχή του στις
εξετάσεις και άδεια 2 ημερών για κάθε ημέρα εξετάσεων( άρθρο 7) Στο άρθρο 8 του ίδιου νόμου προβλέπεται η έκδοση βιβλιαρίου εργασίας ανηλίκου, ώστε να ελέγχεται αποτελεσματικά η τήρηση
της ειδικής υπέρ αυτών προστατευτικής νομοθεσίας.
Τέλος ο Ν. 1837/1987 προσπαθεί να παράσχει προστασίαστους ανηλίκους από κάποια μειονεκτήματα της εργασίας που απαριθμούνται ως εξής:
α) ο ανήλικος μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον εργοδότη του ελλείψει ωριμότητας του
β) ο ανήλικος πιθανόν να υφίσταται άμεσους και έμμεσους κινδύνους βλάβης της σωματικής τους υγείας και της πνευματικής τους ανάπτυξης, καθώς δεν παρακολουθούν πλήρως το εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

Γ) ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ

Στο ποινικό δίκαιο το παιδί προστατεύεται μέσω του θεσμού της ανηλικότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 121 παρ. 1 του ΠΚ ανήλικος θεωρείται όποιος δεν έχει συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του. Οι προστατευτικές των ανηλίκων διατάξεις διακρίνονται σε δύο κατηγορίες. Αφενός ο ανήλικος προστατεύεται ως θύμα θεσπίζοντας ειδικά αδικήματα που βρίσκονται τόσο στον Ποινικό Κώδικα όσο και σε άλλους νόμους, αφετέρου αντιμετωπίζεται ως δράστης ποινικών παραβάσεων, για τις οποίες λόγω του νεαρού της ηλικίας κρίνεται επιεικέστερα. Χαρακτηριστικό της ειδικής ποινικής μεταχείρισης είναι η διάκριση σε παιδιά και εφήβους ενώ ακολουθείται το σύστημα της αόριστης ποινής, ώστε η μεταχείρισή τους να είναι αναμορφωτική – θεραπευτική και όχι αμιγώς τιμωρητική. Ένα ακόμα δείγμα της ιδιαίτερης μεταχείρισης των ανηλίκων είναι ο θεσμός των δικαστών ανηλίκων, οι οποίοι διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια επιλογής ανάμεσα στα διάφορα προβλεπόμενα μέτρα. Τα αναμορφωτικά μέτρα, τα οποία επιβάλλονται στους ανήλικους παραβάτες απαριθμούνται στο άρθρο 122 ΠΚ και είναι
α) επίπληξη ανηλίκου
β) ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του στους γονείς, στους επιτρόπους ή στους κηδεμόνες του
γ) ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε ιδρύματα ανηλίκων ή προστατευτικές εταιρείες
δ) τοποθέτηση ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό ή ιδιωτικό κατάστημα αγωγής.

Ως προς τα θεραπευτικά μέτρα απαιτείται ορισμένη κατάσταση του ανηλίκου, δηλαδή να πάσχει από ψυχική νόσο ή άλλη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών, να είναι τυφλός, κωφάλαλος ή να εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και ηθική ανάπτυξή του.
Όσον αφορά την ιδιότητα του ανηλίκου ως θύμα, στον Ποινικό Κώδικα θεσπίζονται ειδικές διατάξεις που προστατεύουν τα βασικά δικαιώματα του παιδιού, όπως το δικαίωμα στη ζωή (ΠΚ 303), το δικαίωμα στη σωματική υγεία (ΠΚ 312), το δικαίωμα στην ελευθερία και την επιμέλεια από τους γονείς του (ΠΚ 324), το δικαίωμα στη μη έκθεση (ΠΚ 306), το δικαίωμα της προστασίας της γενετήσιας αξιοπρέπειάς του (ΠΚ 339)
Αξίζει να γίνει ειδική μνεία σε δύο από τα προαναφερθέντα δικαιώματα του παιδιού και συγκεκριμένα στη σωματική βλάβη ανηλίκων και στην αρπαγή των ανηλίκων.
Στο άρθρο 312 ΠΚ προβλέπεται το ιδιώνυμο έγκλημα της σωματικής βλάβης ανηλίκων και θεμελιώνεται η προστασία του ψυχικού κόσμου των νεαρών ατόμων που υφίστανται αυτό το έγκλημα31. Το έγκλημα αυτό εμφανίζεται u956 με δύο μορφές:
α)σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας με συνεχή και σκληρή συμπεριφορά
β) κάκωση ή βλάβη με κακόβουλη παραμέληση των υποχρεώσεων αυτού που έχει υπό την επιμέλεια ή την προστασία του το πρόσωπο του ανηλίκου.
Αντικείμενο της προστασίας είναι ο ανήλικος που δεν έχει συμπληρώσει το 17ο έτος ή πρόσωπο που δε μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του λόγω νόσου, αναπηρίας κλπ. Βέβαια για την τέλεση του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί υπαλλακτικά τη συνδρομή μίας εκ των επόμενων προϋποθέσεων:
ο ανήλικος να τελεί υπό την επιμέλεια του δράστη, να ανήκει στον οίκο του, να τελεί μαζί του σε σχέση εξαρτημένης εργασίας ή υπηρεσίας, να τον έχει αφήσει στην εξουσία του το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την άσκηση της επιμέλειας του.
Στο άρθρο 324 ΠΚ τιμωρείται το έγκλημα της αρπαγής νανηλίκων και ποινικοποιείται η απαγωγή του τέκνου χωρίς διάκριση διεθνούς και εσωτερικής, με σκοπό την προστασία του δικαιώματος των γονέων, των επιτρόπων ή άλλων δικαιούμενων για την διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου. Στο άρθρο προβλέπονται δύο τρόποι πραγμάτωσης του εγκλήματος:
α) αφαίρεση ανηλίκου παιδιού από τους γονείς ή επιτρόπους κλπ
β) υποστήριξη εκούσιας διαφυγής ανηλίκου.
Το έγκλημα χαρακτηρίζεται ως υπαλλακτικώς μεικτό και οι δύο τρόποι δεν μπορούν να σωρευτούν.
Όσον αφορά την ιδιότητα του ανηλίκου ως δράστη η ποινική του μεταχείριση καθορίζεται στα άρθρα 121- 133 του ΠΚ. Οι χαρακτηριστικές ιδιορρυθμίες της μεταχείρισης των ανηλίκων εγκληματιών όπως παρουσιάζονται μέσα από τις διατάξεις είναι το απολύτως ανεύθυνο του ανηλίκου παραβάτη μέχρι της συμπλήρωσης του 12ου έτους και το σχετικώς ανεύθυνο μέχρι της συμπλήρωσης του 17ου έτους. Λόγω της εύπλαστης προσωπικότητας του ανηλίκου ο ίδιος θεωρείται δεκτικός βελτιώσεως και θετικής γενικά επιδράσεως. Με βάση την αρχή της εξατομικευμένης δικαιοσύνης υπάρχει η διακριτική ευχέρεια του
δικαστή να κρίνει κάθε συγκεκριμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη του τις περιστάσεις της αδικοπραξίας αλλά κυρίως την όλη προσωπικότητα και τις κοινωνικές περιβαλλοντικές συνθήκες της ζωής του ανηλίκου.
Πάντως ο ανήλικος για το ποινικό και σωφρονιστικό δίκαιο32 θεωρείται μια προσωπικότητα υπό διαμόρφωση. Ανάλογα με τις επιδράσεις που θα ασκηθούν σε αυτή την προσωπικότητα, η περαιτέρω εξέλιξη του ανηλίκου θα κατευθυνθεί προς την παραβατικότητα ή την κοινωνικοποίηση. Συνεπώς το κύριο βάρος στην αντιμετώπιση της παραβατικότητας των ανηλίκων εστιάζεται στην αποτελεσματική διαπαιδαγώγησή τους. Απλώς ο ανήλικος θεωρείται πλέον περισσότερο υπεύθυνος και άξιος σεβασμού από άλλοτε. Αυτό σημαίνει ότι η διαπαιδαγώγηση πρέπει να επιχειρείται και με τη δική του προσωπική προσπάθεια αλλά και με παράλληλο σεβασμό από την πολιτεία της προσωπικότητας, της ελευθερίας και της αξίας του ως ανθρώπου.



ΤΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Τα παιδιά είναι φορείς των περισσότερων θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς θεωρούνται άξιοι ειδικής προστασίας λόγω της ιδιαίτερης και πολύ εύπλαστης προσωπικότητάς

τους. Τα συνταγματικά δικαιώματα του παιδιού συγκαταλέγονται στο κεφάλαιο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, το οποίο ανήκει στο δημόσιο δίκαιο.

Αποτελούν ελευθερίες που χρήζουν υψίστης σημασίας (βασικό είναι το άρθρο 21 του Συντάγματος). Προστατεύονται και από διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί με νόμο,

όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.



B) Δράση και ρόλος του συνήγορου του πολίτη και άλλων οργανώσεων που ασχολούνται με τα δικαιώματα του παιδιού.



Ο Θεσµός του Συνήγορου του Παιδιού

Από το έτος 2003, ο Συνήγορος του Παιδιού.Δραστηριοποιείται για την προάσπιση και προαγωγή των δικαιωµάτων των παιδιών, όπως αυτά διατυπώνονται στη Διεθνή Σύµβαση για τα Δικαιώµατα του Παιδιού του
Οργανισµού των Ηνωµένων Εθνών, την οποία έχει κυρώσει και η χώρα µας. Στις αρµοδιότητές του περιλαµβάνονται:

• η διερεύνηση περιπτώσεων παραβίασης των δικαιωµάτων των παιδιών, άρα και περιπτώσεων κακοποίησης - παραµέλησης, οπότε προτείνει και µέτρα µε στόχο την προστασία και την αποκατάστασή τους. Συνήθως ο
Συνήγορος διαµεσολαβεί, αφού έχει πρώτα δεχθεί έγγραφη αναφορά κάποιου πολίτη, αν και σε περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων µπορεί να ενεργήσει και αυτεπάγγελτα. Ο καταγγέλων µπορεί να είναι το ίδιο το
παιδί, ο γονιός ή συγγενής του ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έχει άµεση αντίληψη παραβίασης των δικαιωµάτων του παιδιού, η οποία συντελείται από δηµόσιο φορέα ή ιδιώτη (φυσικό ή νοµικό πρόσωπο).

• η διάδοση και ο έλεγχος εφαρµογής της Διεθνούς Σύµβασης από την Πολιτεία. Ο Συνήγορος συντάσσει και ειδικές εκθέσεις για τα θέµατα που θεωρεί ιδιαίτερα σηµαντικά και απευθύνεται µε αυτές στα αρµόδια
υπουργεία.

• Η ενηµέρωση των ίδιων των παιδιών σχετικά µε τα δικαιώµατά τους και τους τρόπους υπεράσπισής τους. Για το λόγο αυτό επικοινωνεί µαζί τους στους δικούς τους χώρους , όπως είναι τα σχολεία, τα
κέντρα νεότητας, τα ιδρύµατα, οι ξενώνες φιλοξενίας, οι χώροι κράτησης κλπ. Ακούγοντας τους προβληµατισµούς και τις προτάσεις τους διαπιστώνει ανάγκες και ελλείψεις και προτείνει θεσµικά µέτρα
διασφάλισης των δικαιωµάτων τους.

• Αποστολή του Συνήγορου του Παιδιού είναι επίσης η ενηµέρωση και εκπαίδευση γονέων και επαγγελµατιών που εργάζονται µε παιδιά αλλά και η ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού σχετικά µε τα δικαιώµατα των
παιδιών και την προάσπισή τους. Σηµαντικές πρωτοβουλίες που ανέλαβε η Αρχή ήταν η ίδρυση του Δικτύου για την Καταπολέµηση της Σωµατικής Τιµωρίας στα Παιδιά, οπότε σε συνεργασία µε άλλους δηµόσιους φορείς και µη κυβερνητικές οργανώσεις ο Συνήγορος ανέδειξε την ανάγκη εξάλειψης της σωµατικής τιµωρίας ως µέσου σωφρονισµού των παιδιών και την προβολή του διαλόγου και άλλων µη βίαιων µέσων διαπαιδαγώγησης.
Συµµετείχε επίσης στην νοµοπαρασκευαστική επιτροπή για τη σύνταξη του νόµου ενάντια στην οικογενειακή βία (Ν. 3500/06), ενώ έχει υποστηρίξει και σχολιάσει και άλλες νοµοθετικές πρωτοβουλίες σχετικές µε την προστασία των δικαιωµάτων των παιδιών .
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Συνήγορος έχει κατά καιρούς επισκεφθεί πολλά ιδρύµατα παιδικής προστασίας, τόσο του δηµόσιου, όσο και του ιδιωτικού τοµέα, σε όλη την Ελλάδα για να επικοινωνήσει µε τα παιδιά και το προσωπικό και να διαπιστώσει αν προστατεύονται επαρκώς τα δικαιώµατα που ορίζει η Διεθνής Σύµβαση. Κατέληξε δε στο συµπέρασµα ότι τα δύο σοβαρότερα προβλήµατα που, αντιµετωπίζουν τα ιδρύµατα παιδικής προστασίας είναι: η ανεπάρκεια εξειδικευµένου προσωπικού καθώς και η έλλειψη ενός οργανωµένου συστήµατος πιστοποίησης ποιότητας και ελέγχου για την τήρηση των κανόνων που πρέπει να διέπουν τη λειτουργία των ιδρυµάτων, ώστε να προστατεύονται τα δικαιώµατα των φιλοξενούµενων παιδιών Το Συµβούλιο της Ευρώπης (2009), στις Κατευθυντήριες Γραµµές Πολιτικής για την προώθηση εθνικών στρατηγικών σχετικών µε την προστασία της βίας κατά
των παιδιών, συνηγορεί υπέρ της ίδρυσης, από τα κράτη µέλη, ανεξάρτητων φορέων, που να εγγυώνται τα δικαιώµατα των παιδιών και να τα προστατεύουν από τις διάφορες µορφές βίας. Για το σκοπό αυτό αναφέρει, ως καλό παράδειγµα ανεξάρτητης αρχής, το Συνήγορο του Παιδιού, ιδιαίτερα όσον αφορά τα παιδιά που ζουν σε ιδρύµατα ή για περιπτώσεις κακοποίησης, που λαµβάνουν χώρα µέσα στο πλαίσιο άσκησης της δηµόσιας διοίκησης.


Τι κάνει ο Συνήγορος για τα παιδιά;


Ποιος και πότε μπορεί να υποβάλει αναφορά; | Προάγοντας τα δικαιώματα των παιδιών
Ο Συνήγορος
  • διαμεσολαβεί ύστερα από αναφορές πολιτών σε συγκεκριμένες περιπτώσεις παραβίασης δικαιωμάτων του παιδιού, επιδιώκοντας την προστασία και την αποκατάστασή τους. Εάν το κρίνει αναγκαίο, σε περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων, ενεργεί αυτεπάγγελτα.
  • αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την παρακολούθηση και προώθηση της εφαρμογής των διεθνών συμβάσεων και της λοιπής εθνικής νομοθεσίας για τα δικαιώματα του παιδιού, την ενημέρωση του κοινού, την ανταλλαγή απόψεων με εκπροσώπους φορέων και την εκπόνηση προτάσεων προς την πολιτεία.
Ποιος και πότε μπορεί να υποβάλει αναφορά;
Αναφορά μπορεί να υποβάλλει κάθε άμεσα ενδιαφερόμενος, δηλαδή το παιδί, γονέας του, συγγενής του, καθώς και άλλα πρόσωπα που έχουν άμεση αντίληψη παραβίασης δικαιωμάτων του παιδιού, όταν πράξεις ή παραλείψεις δημοσίων υπηρεσιών (όπως προσδιορίζονται αναλυτικά στο νόμο που διέπει τη λειτουργία του Συνηγόρου του Πολίτη) ή ιδιωτών (φυσικών ή νομικών προσώπων) προσβάλλουν δικαιώματα του παιδιού.
Υποβολή αναφοράς
Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις παραβίασης δικαιωμάτων του παιδιού ο Συνήγορος διαμεσολαβεί ύστερα από αναφορές πολιτών επιδιώκοντας την προστασία και την αποκατάσταση των δικαιωμάτων του παιδιού.
Τι πρέπει να περιέχει;
Η αναφορά πρέπει να είναι γραπτή και να περιέχει τα ακριβή στοιχεία και την υπογραφή του προσώπου που την υποβάλλει. Επίσης να περιλαμβάνει σαφείς πληροφορίες για την υπόθεση, τα πρόσωπα και τους εμπλεκόμενους φορείς και να συνοδεύεται από κάθε αποδεικτικό στοιχείο που μπορεί να βοηθήσει στη διερεύνησή της.
Πώς υποβάλλεται;
  • Αυτοπροσώπως στα γραφεία του Συνηγόρου του Πολίτη (Χατζηγιάννη Μέξη 5, Αθήνα 11528 - περιοχή Χίλτον / Μέγαρο Μουσικής).
  • με επιστολή στην παραπάνω διεύθυνση
  • με φαξ στο 210.7292129. Διευκρινίσεις στα τηλέφωνα 210.7289600(Δευτέρα - Παρασκευή 8:30-14:00) και 210.7289703.
Οι ανήλικοι, που θέλουν να αναφέρουν παραβιάσεις δικαιωμάτων τους, γίνονται δεκτοί από το προσωπικό του Συνηγόρου του Παιδιού σε κατάλληλο περιβάλλον. Επίσης μπορούν να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με εξειδικευμένο προσωπικό στο τηλέφωνο800.11.32.000 (γραμμή χωρίς χρέωση για ανηλίκους).
Πώς ενεργεί ο Συνήγορος μετά από αναφορές;
  • Ο Συνήγορος ερευνά τα περιστατικά που του αναφέρονται και, εφόσον διαπιστώσει παραβίαση δικαιωμάτων του παιδιού από δημόσια υπηρεσία, προτείνει τρόπους άρσης της παραβίασης και επίλυσης του προβλήματος.
  • Όταν η αναφορά στρέφεται κατά ιδιωτών -φυσικών ή νομικών προσώπων- προβαίνει σε όλες τις ενδεικνυόμενες ενέργειες και προτείνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού.
  • Σε κάθε περίπτωση, δεν υποκαθιστά και δεν αναλαμβάνει το ρόλο εισαγγελέων, δικαστηρίων, δικηγόρων, νομικών συμβούλων και κοινωνικών υπηρεσιών.
  • Για τη διερεύνηση και την επίλυση των εντοπιζόμενων προβλημάτων και την προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού, ο Συνήγορος μπορεί να ζητήσει τη συνεργασία δημοσίων υπηρεσιών ή άλλων φορέων (πρόνοιας, ψυχικής υγείας, κ.α.) ή την παρέμβαση της αρμόδιας δικαστικής αρχής.


Για την προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού, ο Συνήγορος μπορεί να ζητάει με ειδικά αιτιολογημένο έγγραφό του από ιδιώτη που κατονομάζεται στην αναφορά έγγραφα ή άλλα στοιχεία για την υπόθεση. Ο χαρακτηρισμός των στοιχείων αυτών ως απόρρητων δεν μπορεί να του αντιταχθεί. Ο Συνήγορος υποχρεούται σε αυτή την περίπτωση να διασφαλίζει τα προσωπικά και επαγγελματικά απόρρητα των ιδιωτών και να μη δημοσιεύει στοιχεία ικανά να καταστήσουν δυνατό τον προσδιορισμό τους. Σε περίπτωση που ιδιώτης αρνείται να παράσχει τα παραπάνω στοιχεία, ο Συνήγορος του Πολίτη μπορεί να ζητήσει κατά περίπτωση τη συνδρομή δημόσιας υπηρεσίας, επαγγελματικού συλλόγου ή φορέα, καθώς και της εισαγγελικής αρχής.

Προάγοντας τα δικαιώματα των παιδιών

Ακόμη ο Συνήγορος του Παιδιού:
  • ελέγχει την εφαρμογή και προωθεί τη διάδοση της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και παρακολουθεί την επίδραση του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου στη ζωή των παιδιών. Για το σκοπό αυτό μπορεί να διερευνά πεδία τα οποία κρίνει ιδιαίτερα σημαντικά και να συντάσσει ειδικές εκθέσεις που απευθύνει προς τα αρμόδια υπουργεία
  • ενημερώνει τα παιδιά για τα δικαιώματά τους και τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να τα υπερασπίζονται. Για το σκοπό αυτό διαθέτει έντυπο υλικό, ειδική τηλεφωνική γραμμή και δυναμικό χώρο στο διαδίκτυο
  • αναλαμβάνει πρωτοβουλίες ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης γονέων και επαγγελματιών που εργάζονται με το παιδί
  • οργανώνει συναντήσεις με ομάδες παιδιών στους χώρους όπου αυτά ζουν, εκπαιδεύονται, συναντιούνται και περνούν την καθημερινότητά τους για να ακούσει τις απόψεις, τα προβλήματα και τις προτάσεις τους
  • συνεργάζεται και επικοινωνεί με υπηρεσίες και μη κυβερνητικές οργανώσεις που ασχολούνται με το παιδί, εκπαιδευτικές κοινότητες, κ.ά.
  • συμμετέχει σε συναφείς επιστημονικές συναντήσεις, συνέδρια, επιτροπές και δίκτυα.


Περιεχόμενα